Μαντάλωσα τη βαριά πόρτα της μοναξιάς.
Αυτόματα όλα ησύχασαν.
Αχός δεν ακούγεται.
Μήτε τα τσαπίσματα
των καταδίκων στο βουνό
φτάνουν στ΄ αυτιά μου.
Ξαπλωμένη στ΄ ανάκλιντρό μου
στο υπερώο της ζωής
- κουρασμένη θεατής-
ερωτοτροπώ με μια αχτίνα ήλιου
που ξεστρατισμένη μέσα από τα φυλλώματα
με χαϊδεύει ηδονικά.
Μία ακούσια μέθη στα όρια της παραφροσύνης
ασφυκτικά με περικυκλώνει.
Κι εγώ, με μόνη παρέα τις φωνές του νου
ταξίδια κάνω ονειρικά.
Διαδικασία οδυνηρή
αγαπημένους ανθρώπους ζωντανεύει
και… οι μνήμες του κορμιού ξυπνούν…
Πόσο πονάω
πίσω από τη βαριά πόρτα…
Από την ποιητική συλλογή "Αισχρόν το γήρας"
Χρόνους νεκρούς
Πριν από 3 εβδομάδες