13 Σεπτεμβρίου 2010

Μαντάλωσα τη βαριά πόρτα της μοναξιάς.
Αυτόματα όλα ησύχασαν.
Αχός δεν ακούγεται.
Μήτε τα τσαπίσματα
των καταδίκων στο βουνό
φτάνουν στ΄ αυτιά μου.
Ξαπλωμένη στ΄ ανάκλιντρό μου
στο υπερώο της ζωής
- κουρασμένη θεατής-
ερωτοτροπώ με μια αχτίνα ήλιου
που ξεστρατισμένη μέσα από τα φυλλώματα
με χαϊδεύει ηδονικά.
Μία ακούσια μέθη στα όρια της παραφροσύνης
ασφυκτικά με περικυκλώνει.
Κι εγώ, με μόνη παρέα τις φωνές του νου
ταξίδια κάνω ονειρικά.
Διαδικασία οδυνηρή
αγαπημένους ανθρώπους ζωντανεύει
και… οι μνήμες του κορμιού ξυπνούν…
Πόσο πονάω
πίσω από τη βαριά πόρτα
…

Από την ποιητική συλλογή "Αισχρόν το γήρας"

19 Ιουνίου 2010

Ρώτησα.
Τούτος ο δρόμος έχει καρδιά;
Ναι, μου φώναξαν τ΄ άστρα.
Τον ακολούθησα.
Μάτωσα. Κύρτωσα. Γέρασα.
Τα πουλιά κελαηδούν .
Η βροχή ξέπλυνε τα δέντρα.
Οι εποχές αλλάζουν.
Άνοιξη .Καλοκαίρι. Φθινόπωρο. Χειμώνας.

Ο δρόμος είχε καρδιά.
Πέρασε οδοστρωτήρας
έλιωσε τον έρωτα
σκότωσε την αγάπη.
Παντού αίματα.
Τα πόδια κόλλησαν.
Άπλωσα τα χέρια.
Βοήθεια!!!
Κανείς δεν μ΄ άκουσε.

Έμεινα εκεί.
Στη μέση του δρόμου
που είχε καρδιά.

2 Ιουνίου 2010

Ο χώρος άδειασε.
Λείπεις.
Τρεις μέρες μαρτύριο.
Η σκέψη
μπλεγμένη στα δίχτυα
της μαύρης αράχνης
υφαίνει τους φόβους.
Η λογική
σοφός καραβοκύρης
ελέγχει το νου.
Λείπεις.
Μαζί σου χάνεται
η καλοσύνη, το χαμόγελο.

Η ευγένεια πλαστή κόρη
της αμετροέπειας
κοιμάται
στην αγκαλιά
της λήθης.
Λείπεις.
Η νύφη, τραγική φιγούρα
μεταμορφώνεται
σε Άρπυα.
Πετάει τη μάσκα
δείχνει
τα ματωμένα της δόντια.
Γίνεται αρπακτικό.
Λείπεις.
Σε σκέπτομαι.

21 Μαΐου 2010

Μοναξιά.
Υπερβατική.
Ονειρική.
Άπιαστη.
Θεά της τέχνης
του λόγου όαση
της μουσικής λιμάνι.
Μοναξιά
-υπέρτατο αγαθό-
πηγή έμπνευσης
γεννήτρα της ρίμας
ανάσταση του νου
της σκέψης μου παρέα..

13 Μαΐου 2010

Νήματα σκέψης
απλωμένα
στη σκιά των ονείρων
ποτισμένα
με τα θέλω
του άλλου εαυτού
λιπασμένα
μ’ αναστολές
γέμισαν
μ’ ανθούς
τα λιβάδια της ψυχής.
Γονάτισα
στην ομορφιά τους.
Έκοψα
κρίνους, ασφοδέλους
τ’ απόθεσα
στη μεγαλοσύνη
της άδολης σκέψης.
Ξάπλωσα
στην αλμύρα
γεύθηκα
τη γλύκα που ανάδιναν
μύρισα
την ευωδιά τους
μπήκα
στους μίσχους.

Οι κάλυκες έκλεισαν.
Ένας άλλος κόσμος
υποδέχθηκε
την καμένη σάρκα.
Δροσοσταλίδες
πάνω στα πούπουλα
αγκάλιασαν
το κορμί
Η ζωή του χθες
έφυγε.
Ο άλλος εαυτός
άδειασε.
Κουφάρι διπλωμένο
στις όχθες του ποταμού
στα λασπόνερα
μιας ζωής εφήμερης.